Σάββατο 19 Αυγούστου 2017
Απόδημοι Κρήτες

Οι δυο σύντεκνοι ποντικοί

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016 17:00

13536029_500245010170227_201679795_n


Του Φανούριου Ζαχαριουδάκη

     


Μια φορά και ένα καιρό ήτανε δυο ποντικοί που ήταν συνάμα και συντέκνοι. Ο ένας κατοικούσε νε στο οροπέδιο των Ακολήτων και ο άλλος κάτω χαμηλά στο Γιαλομονόχωρο της Μονής της Οδηγήτριας.

Κατά το μεσοκαλόκαιρο, ο ποντικός των Ακολήτων απεφάσισε να κατεβεί στο Γιαλομονόχωρο να επισκεφτεί το σύντεκνο του και επ” ευκαιρία να ρίξει και μια βουτιά στη θάλασσα, στα καθαρά νερά του Λιβυκού πελάγους.

Ο σύντεκνος-ποντικός του Γιαλομονόχωρου υποδέχτηκε με χαρά τον σύντεκνο από τα Ακόλητα, για τη ξαφνική επίσκεψη του, και έστρωσε την ίδια ώρα το τραπέζι να φάνε και να πχιούνε τσι «ρακές τους».

Το φαγητό ήτανε ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο χαρούπια.

Ο σύντεκνος-ποντικός των Ακολήτων, εξαφνιάστηκε από το απρόσμενο αυτό φαγητό, ξίνισε τα μούτρα του, σηκώθηκε όρθιος και λέει περιφρονιτικά στο σύντεκνο του.

– Μα ειντά ναι δα ετούτανα τα φαγιά σύντεκνε, απού τρως επαδά; Mε τα χαρούπια τη βγάζεις, με τα χαρούπια; Μα πες μου ανέ πιστεύγεις σε κιανά θεό! Για έλα απάνω στα Ακόλητα να δεις καλοπέραση απού την έχουμε εμείς εκειά πέρα! Να σκεφτείς πως σε ούλα τα τυροκέλια του βουνού του Ψηλορείτη έχουμε να κάμουμε….. Αθοτύρους να δούνε τα μάτια σου! Όσους και να θες μπορείς να έχεις! Κεφαλοτύρια να φας και να ευφρανθεί η ψυχή σου! Πέρα από αυτά δεν τρώμε άλλο πράμα! Μόνο τυρί απού τα Ακόλητα και κρυγιό νερό από το Σκαρόνερο πίνουμε!!!!!! Και εσύ σύντεκνε κάθεσαι επαέ στο Γιαλομονόχωρο, λες και είσαι ο φτωχός ο συγγενής και τρως παγιδοχάρουπα;

Ο σύντεκνος-ποντικός από το Γιαλομονόχωρο, ο μαύρο κακομοίρης, εδελεάστηκε με τα λόγια του συντέκνου ν-του, και αποφάσισε το επόμενο Σαββατοκύριακο να ανεβεί στα Ακόλητα, να βρει το σύντεκνο του και να απολαύσει τις Καλοκαιρινές διακοπές, σε συνδυασμό με την καλή φαγοπιοτούρα.

Δρόμο δρόμο τραγουδούσε νε και έφερε στο μυαλό του, σα πόσους αθοτύρους θα έτρωγε τη πρώτη μέρα, που νηστικός είχενε ξεκινήσει από τη φωλιά του.

Φτάνει στα Ακόλητα, ξεθεομένος από τη κούραση, εξαντλημένος από τη πείνα και από μακρυά άρχίνηξε να φωνιάζει του συντέκνου του:

– Σύντεκνε καλώς σας βρήκα στους τόπους τους δικούς σας, καλώς σας βρήκα!!

– Καλώς το καλό μου σύντεκνο από το Γιαλομονόχωρο, καλώς τόνε! Φαντάζομαι σύντεκνε ετοσεσάς ώρες στο δρόμο πως η η κοιλιά σου θα παίζει νταούλι από τη πείνα!! Έλα στα ντάκα ντάκα να σε πάω σε κια ν-ένα τυροκέλι πού να “ναι γεμάτο αθοτύρους να χαφτούμε πράμα!!

Τρέχει ομπρός ο σύντεκνος των Ακολήτων και ξαωπίσω ακλουθά και ο άλλος.

Μπαίνουνε μέσα στο τυροκέλι με φόρα, αλλά ξαφνικά ο δεύτερος γρηκά ένα αιφνίδιο θόρυβο μέσα στο σκοτεινό τυροκέλι.

Ο κακομοίρης ο Ακολητιανός σύντεκνος τη μπάτησε.

Μια μπαγίδα του βοσκού τον έπιασε, τον πίεσε, και από τη πολύ τη πίεση που του έκανε, πετάχτηκε ο κώλος του όξω.

Μέχρι να τονέ δει ο σύντεκνος του, χιαρχίντισε.

– Ειντά “ναι ετούτο να το καταφρόνιο βρε σύντεκνε!! Επάτησες την ε κακομοίρη μου, επάτησες τηνε!! Σα δε τη πάτησα και εγώ ο έρημος, που “ρθα επαδά ετόσο να κόσμο για να χορτοψωμήσω!! Καλιά σύντεκνε μπαγιδοχάρουπα στο Γιαλομονόχωρο και μέσα ο κώλος, παρά τυργιά και αθοτύργια στα Ακόλητα και όξω ο κώλος!!

(Από τις αφηγήσεις του υπεραιωνόβιου πατέρα μου Μανώλη Ζαχαριουδάκη, ετών 102)

Μοιράσου το:Share on Facebook17Tweet about this on TwitterShare on Google+0Email this to someonePrint this page

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *