Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018
Απόδημοι Κρήτες

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης: Νικολακάκης και Δαφνέδες

Κυριακή 29 Μαΐου 2016 17:25

nikolakakis


Του Φανούριου Ζαχαριουδάκη

     


Κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, θρέμμα του Ψηλορείτη, μέτριος στο ανάστημα, αρρενωπός, αντρίστικη θωριά, ηλιοκαμένος, σκληραγογημένος στις βροχές και στα χιόνια, ευθυτενής, με το σαρίκι στη κεφαλή, ράσινο και πάντα ανοιχτό γιλέκο, μαύρη βράκα, μαύρη ζώνη, στηβάνια με τα καλάμιά ντος γεμάτα σοφιλιαστά με τη γάμπα των ποδιών του, με την μπαστούνα του αχώριστη, ήταν γνήσιος απόγονος των Δωριέων.

Όπως δε, ήταν δασύτριχος και βοσκός, δεν του λείψανε ποτέ οι ψείρες, παρά μετά την απελευθέρωση το 1945, που του έστειλε ο ανηψιός του ο Γεώργιος Ηρακλή Νικολούδης κάμποσα κ ο υ τ ι ά «Ν τ ι – ν τ ι – τ ί», σε σκόνη, και τον απάλλαξε από τη μόνιμη κ α λ λ ι έ ρ γ ε ι α του φθειριοτροφείου ως ήταν ο μπέτης του.

Γι” αυτό του συγχωρούσε και του έδινε πάντα την ευκή του.

Η ευψυχία του, η ελευθεριότης, το βοριζανό χιούμορ, το ευχάριστο της παρέας δεν του έλειψαν ποτέ, ούτε τότε που ήταν μικρός, ούτε όταν μεγάλωσε.

Πάντοτε πασίχαρος, ειδικά με τα παιδιά και τους συγγενείς του και έτοιμος να βρεθεί κοντά στο συγγένιο, στη χαρά και στο ζόρε, οπότε προσφερόταν να τα θυσιάσει όλα και τη ζωή του ακόμα.

Ιδιότητες που τις κληρονόμησε και σε όλα του τα παιδιά.

Είναι αυτό που οι ξένοι ονομάζουν «ταμπεραμέντο» και στα ελληνικά θα μπορούσε κανείς να το μεταφράσει, περιφραστικά, «κ ο ι ν ω ι κ ό ς α έ ρ α ς».

Έφθασε και ίσως επέρασε, αισίως τα 90 χρόνια, αλλά θυμούμαι όταν πέρασε τα 80 και καθόμαστε στην αντηλιαρίδα του σοκακιού και έλεγε με μισό αναστεναγμό: «στα 80 δε φελά, μόνο το ψωμί χαλά».

Θα ήταν εκεί στα 80, περίπου, όταν ανεβαίνοντας με το καζάνι στον ώμο, την Άνοιξη, για τα Κόλλητα (Οροπέδιο του Ψηλορείτη), αγκομαχώντας έλεγε, βαριεστημένος βέβαια, ύστερα από τόσα χρόνια που ανέβαζε στα Κόλλητα το καζάνι σηκωτό: » Ανέ μου μέλλεται να ξανανεβάσω στα Κόλλητα το καζάνι άλλη φορά να μην τ” αξιωθώ!!

Στο καιρό του, έκαμε και αυτός τη «φουρνιά» του, στις φυλακές του Ρεθύμνου και ο βασικός λόγος ήταν η κλεψιά.

Εξ” άλλου εκείνα τα χρόνια ελέγανε, ότι, έκλεβαν οι… καλοί μόνο.

Γι” αυτό δεν του πήγαινε όμορφα να μη τηρεί το «έθιμο», καθώς ήταν πρώτος ως προς τα προσόντα, όπως, λεβέντης, δυνατός, αλλά και καλοφαγά θυμόσοφος και χουβαρτάς.

Μετά την αποφυλάκισή του έπρεπε να γυρίσει στα Βορίζα με τα πόδια.

Συγκοινωνία δεν υπήρχε και λεφτά δεν είχε καθόλου.

Μόνο σε μια σακκαδέλα κουβαλούσε κάμποσα άπλυτα ρούχα.

Τα έβαλε στον ώμο με τη μπαστούνα, και τράβηξε το δρόμο για τα Βόρίζα.

Περνώντας βραδιασμένα από τις Δαφνέδες, σταμάτησε στο Χάνι του Προχεράρη να ξεκουραστεί και να διανυχτερεύσει.

Είδε λοιπόν να κρέμονται στο τσιγκέλι δυο πισινά γουλίδια ενός τράγου και πεινασμένος – κουρασμένος όπως ήταν, λέει του Χανιτζή:

– Δε βάνεις βρε κουμπάρε κιανένα μερό στο καζάνι να τόνε βράσεις, να φάμε, να πχιούμε και δυο κρασά, μα εγώ θα σου τόνε πληρώσω;;;

– Όϊ του απαντά ο Χανιτζής, γιατί τον ένα μερό θα τόνε κάνω μερίδες να τόνε πουλήσω το πρωί στους χαρουπάδες για το Πάνορμο και τον άλλο μου τον έχουνε παραγγήλει κάτι Κρουσανιώτες απού περάσανε, γιατί τος εκλέψανε ένα μουλάρι και πάνε να το γυρεύγουνε.

Αστραπιαία όμως ο Νικολακάκης του ανταπαντά.

– Από κιουσάς τσι Κρουσανιώτες είμαι και γω!!! Μονό κόψε το μερό, να τόνε βάλεις στη φωτιά να βράζει, γιατί η γ-ώρα τσι βάζει και τσι γιαποδέλοιπους να φανούνε.

Κόβει ο Χανιτζής το κρέας,το βάνει σε μια ντενέκα και ανάβει τη φωτιά στη παρασθιά.

Δεν επρόλαβε όμως να πάρει τη πρώτη βράση το κρέας και του λέει ο Νικολακάκης:

Μα τσίτωσε δα μια «γουλιά», και φέρετηνε να δούμε ανέ βγάνει «βαρβαθιά», να καταλάβουμε αν ήτανε «πιτήδιος» ο σφάχτης που τόσφαζε ετούτονα το οζό και φέρε και ένα ντενεκέ κρασί.

Τσιτώνει ο Χανιτζής μια γουλιά και φέρνει και το κρασί και με ένα κάρβουνο τραβά δυο γραμμές στο τοίχο, τη μια δίπλα στην άλλη.

Κατά τα φαινόμενα, η μια ήταν για το κρέας και η άλλη για το κρασί.

Έκατσε κι ο Χανιτζής κοντά στον Νικολακάκη και τρώγανε παρέα.

Μόλις τελείωσε η πρώτη μερίδα του παραγγέλνει άλλη μια, μαζί και κρασί κ. ο κ.

Γράφει συνεχώς ο Χανιτζής γραμμές στο τοίχο με το κάρβουνο, ενώ ο Νικολακάκης, «ανυπομονούσε» τάχατε πως αργούσε η «παρέα του», οι Κρουσανιώτες δηλαδή.

Αλλά παράλληλα βρήκε και το «κέφι» του, εφ” όσον η κοιλιά εγέμισε.0

Ο Χανιτζής όμως, βαρέθηκε να περιμένει και νυσταγμένος λέει στο Νικολακάκη:

– Εγώ θα θέσω βρε κουμπάρε επαέ στη πεζούλα , μονό σα θες και “σύ, θέσε εκιέ στο καναμπέ, γιατί θορείς πως αργούνε νάρθουνε, και εγώ δε μπορώ να περιμένω.

– Εγώ, του απαντά, θα κάτσω να τσι νιμένω, μα απ” ότι μούπανε οποταχιάς, δε θα αργήσουνε και πολύ. Μόλις φανούνε θα σε ξυπνήσω.

Στο πρώτο όμως ροχαλιτό του Χανιτζή, βλέποντας ο Νικολακάκης πως η ώρα ήτανε η κατάλληλη, σηκώνεται, βάζει το υπόλοιπο κρέας στη σακκαδέλα, πέρνει και από το τεζιάκι μια φρατζόλα και τραβά το δρόμο για τα Βορίζα.

Επέρασε φαίνεται κάμποσος καιρός και πήγανε πάλι το Νικολακάκη στη φυλακή στο Ρέθυμνο.

Αυτή τη φορά βέβαια για άλλο λόγο.

Γιατί λέει δεν εψήφισε στις εκλογές!!!

Φαίνεται ο εκλογικός νόμος ήτανε υπερβολικά αυστηρός.

Κατά σύμπτωση όμως, είχανε κλέψει μια κοπελιά από τα Πανωμέρια, την περάσανε από το Χάνι των Δαφνέδων, εμπλέξανε και το Χανιτζή με τους «γαμηλιώτες» και ήτανε και αυτός φυλακή.

Βλέπετε ήταν εποχή που δεν εκλέφτανε μόνο ζωντανά, αλλά και κοπελιές!

Μόλις λοιπόν επάτισε τα πόδιά ντου ο Νικολακάκης στη φυλακή, παλιός γνώριμος, οι φυλακισμένοι τον υποδεχτήκανε με μια φωνή:

– Καλώς το Νικολακάκη – καλώς ώρισες Νικολακάκη – είντα κάνεις Νικολακάκη!!!

Ωστόσο όμως, τονέ θωρεί και ο Χανιτζής από μακρυά και τον αναγνωρίζει και αμέσως ρωτά το διπλανό ντου:

– Από το Κρουσώνα είναι μωρέ κουμπάρε ετούτοσες;;

– Όϊ – όϊ, του απαντά. Αυτός είναι ο Νικολακάκης από τα Βορίζα. Εμά κακομοίρη το Νικολακάκη δε γνωρίζεις;; Αυτός είναι ο Νικολακάκης ή Ρούφας από τα Βορίζα, απού μπορεί στ” άψε-σβήσε να φάει ένα ολόκληρο οζό!!!!

– Εμένα θα τόνε πεις, γιατί θαρείς πως δεν τόνε κατέχω;; Απαντά ο Χανιτζής. Μα αυτός είναι Κρουσανιώτης.

Ακούγεται πως ο Χανιτζής ήτανε δυνατός άντρας, καλό παλικάρι.

Σιμώνει, και με όρεξη για καυγά ρωτά το Νικολακάκη:

– Από πούσε μρέ κουμπάρε;;

– Από τα Βορίζα απαντά ο Νικολακάκης, αν και τόνε γνώρισε βέβαια κι αυτός, αλλά έκανε τον αδιάφορο.

– Μπας και είσαι μρε Κρουσανιώτης;;

– Οόϊ, εγώ είμαι Βοριζανός γέννημα-θρέμμα.

– Έεε……. το κερατά ένα Κρουσανιώτη, που μου κατάφερε ετούτηνε τη δουλειά μια φορά, αλλά πως σου μοιάζει, αδέ τάξε πως είσαι ο ίδιος!!!.

– Μα μπα νάσαι μρε ο ίδιος;;;

– Οόϊ σου λέω, εγώ είμαι απού τα Βορίζα!!

Ωστόσο όμως του κενώθηκαν και οι άλλοι φυλακισμένοι, γνώριμοι του Νικολακάκη και του λένε:

– Εμά μρε κακομοίρη, το Νικολακάκη δεν γνωρίζεις από τα Βορίζα!!!. Αυτός είναι Βοριζανός.

Ο Χανιτζής όμως συνέχιζε να φωνάζει…….

– Έεε το κερατά πως του μοιάζεις, αδέ τάξε πως είσαι ο ίδιος, ολόδιος του μρε είσαι!!!!!!!

Αφήγηση: Μιχάλης Νικολούδης – Γιατρός

Η φωτογραφία που συνοδεύει το παρόν δημοσίευμα, παρουσιάζει το Νικολακάκη και την οικογένεια του.

Μοιράσου το:Share on Facebook48Tweet about this on TwitterShare on Google+0Email this to someonePrint this page

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *